Τα Πρώτα Χριστούγεννα της Αγγελικής και του Κίτρινου Κασκόλ-ιστορίες απο το χωριό των χριστουγέννων

«Από όλα τα δώρα που φτάνουν κάθε χρόνο στο Χωριό μας, εκείνα που αγαπώ περισσότερο είναι όσα δεν γράφουν επάνω όνομα αποστολέα.
Γιατί αυτά δεν έρχονται με έλκηθρα — αλλά ταξιδεύουν σιωπηλά, από καρδιά σε καρδιά.»

Ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα της Αγγελικής στο καινούριο της σπίτι. Η μυρωδιά φρεσκοψημένων μπισκότων ταξίδευε από την κουζίνα στο σαλόνι. Στη γωνιά του δωματίου στεκόταν περήφανα ένα στολισμένο έλατο. Όλα τα στολίδια ήταν όμορφα, μα εκείνα που τραβούσαν περισσότερο το βλέμμα ήταν όσα είχε φτιάξει η Αγγελική μαζί με τους γονείς της — λίγο στραβά, λίγο αδέξια, μα γεμάτα χαμόγελα.

Η Αγγελική πλησίασε το παράθυρο. Το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα σαν κάτασπρη κουβέρτα.
Χαμογέλασε.

«Θα φτιάξω τον μεγαλύτερο χιονάνθρωπο», σκέφτηκε.

Έτρεξε στο δωμάτιό της και πήρε το κίτρινο κασκόλ από τον καλόγερο. Το φόρεσε προσεκτικά.
Ήταν απαλό και ζεστό. Το πρώτο δώρο που είχε πάρει ποτέ από τους γονείς της — κι ας μην το θυμόταν σαν “πρώτο”. Το θυμόταν απλώς σαν κάτι που ανήκε πάντα εκεί. Κάτι που δεν ήθελε ποτέ να αποχωριστεί.

— «Μαμά, θα πάω έξω να παίξω!»

Η μαμά της βγήκε από την κουζίνα, ίσιωσε λίγο το κασκόλ μπροστά και χαμογέλασε.

— «Να μην κρυώσεις.»

Μόλις βγήκε έξω, ο κρύος αέρας της τσίμπησε τα μάγουλα. Από μακριά ακούγονταν οι φωνές των παιδιών της γειτονιάς — κοφτές, χαρούμενες. Η ανάσα της γινόταν μικρά συννεφάκια καθώς έτρεχε να τους προλάβει.

Έπαιζαν κυνηγητό, έφτιαχναν μπάλες χιονιού, γελούσαν.

Και τότε η Αγγελική σταμάτησε.

Λίγο πιο πέρα, κοντά στο παγκάκι της πλατείας, καθόταν ένα αγόρι. Δεν έπαιζε. Δεν φώναζε. Δεν πλησίαζε. Απλώς παρακολουθούσε. Το ένα του χέρι ήταν τυλιγμένο σε γύψο.

Η Αγγελική τον κοίταξε.
Ύστερα κοίταξε τον μισοτελειωμένο χιονάνθρωπο.
Και χωρίς να το σκεφτεί πολύ, πλησίασε.

— «Θες να μας βοηθήσεις;» τον ρώτησε.
«Χρειαζόμαστε κάποιον να μας βοηθήσει να τον τελειώσουμε.»

Το αγόρι ξαφνιάστηκε. Σήκωσε το βλέμμα του.
Και χαμογέλασε.

— «Μπορώ», είπε.

Δεν ήταν εύκολο. Το χιόνι γλιστρούσε, τα χέρια πάγωναν, και μερικές φορές έπρεπε να σταματήσουν και να σκεφτούν αλλιώς. Μα το έκαναν μαζί. Γέλασαν όταν ο χιονάνθρωπος έγειρε στραβά. Χειροκρότησαν όταν στάθηκε όρθιος.

— «Είναι ο πιο ωραίος», είπε η Αγγελική με σιγουριά. Τα υπόλοιπα παιδιά έγνεψαν το κεφάλι.
— «Αλλά κάτι του λείπει», πρόσθεσε.

— «Χέρια!» φώναξαν τα παιδιά.

Άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω.

—«Εκεί!» φώναξε το αγόρι και τους έδειξε ένα ξεραμένο δέντρο. Έτρεξαν κοντά του και άρχισαν να σπάνε κάποια λεπτά κλαδιά. Τα στερέωσαν προσεκτικά πάνω στο χιονάνθρωπο.

—  «Τώρα μάλιστα.» Είπε περήφανα ένα απο τα παιδιά.

Ένα πουλάκι πλησίασε, έψαξε στο χιόνι και πέταξε ξανά. Η Αγγελική και το αγόρι το παρακολουθούσαν σιωπηλά.

Λίγο πιο πέρα, μια ηλικιωμένη κυρία καθόταν στο παγκάκι και τάιζε τα πουλιά. Κρατούσε ψίχουλα στην ανοιχτή παλάμη της. Εκείνα πλησίαζαν χωρίς φόβο. Τα παιδιά την κοίταξαν για λίγο. Κοίταξαν το ένα το άλλο  και μετά την πλησίασαν.

— «Δεν κρυώνετε;» τη ρώτησε η Αγγελική. Είχε προσέξει πως δεν φορούσε παλτό.

Η γυναίκα χαμογέλασε.

— «Λιγάκι. Μα αυτά», είπε δείχνοντας τα πουλιά, «κρυώνουν περισσότερο.»

— «Έρχεστε κάθε μέρα;» ρώτησε.

— «Σχεδόν», απάντησε εκείνη. «Πάντα με περιμένουν» συνέχισε. «Είναι η αγαπημένη μου ώρα μέσα στη μέρα.»

Το κασκόλ της Αγγελικής ζεστάθηκε λίγο ακόμη γύρω από τον λαιμό της — όχι από το μαλλί, αλλά από τα λόγια.

Καθώς γύριζαν πίσω, είδαν έναν ηλικιωμένο άντρα να παλεύει με δυο σακούλες. Του έπεφταν συνέχεια. Χωρίς να μιλήσουν, έτρεξαν κοντά του.

— «Να σας βοηθήσουμε;»

Ο άντρας κοντοστάθηκε.

— «Αν μπορείτε…»

Το αγόρι κράτησε τη μία σακούλα, η Αγγελική την άλλη. Περπατούσαν αργά, προσεκτικά, μέχρι το σπίτι του.

— «Σας ευχαριστώ», είπε ο άντρας με φωνή που έτρεμε λίγο.  Έριξε μια ματιά στο χιονάνθρωπο.

— «Εσείς τον φτιάξατε;»

— «Ναι» απάντησαν η Αγγελική και το αγόρι χαρούμενα.

— «Περίμένετε ένα λεπτό» τους είπε ο ηλικιωμένος και μπήκε στο σπίτι του. Μετά απο λίγα λεπτά βγήκε ξανά. Κρατούσε ένα κασκόλ στο χέρι του.

— «Δεν γίνεται χιονάνθρωπος χωρίς κασκόλ.» τους είπε χαμογελώντας.

Η Αγγελική και το αγόρι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Χαμογέλασαν. Ευχαρίστησαν τον ηλικιωμένο και έτρεξαν πίσω στο χιονάνθρωπο. Τύλιξαν το κασκόλ γύρω απο το λαιμό του και τον θαύμασαν.

Το απόγευμα η Αγγελική γύρισε σπίτι. Ήταν  κουρασμένη αλλά κυρίως χαρούμενη. Οι γονείς της την περίμεναν με ζεστή σούπα και το τραπέζι στρωμένο .

— «Πώς πέρασες;» ρώτησε ο μπαμπάς της.

— «Έκανα έναν φίλο», είπε απλά. «Και έναν χιονάνθρωπο. Του φόρεσαμε και αυτού κασκόλ.»

Η μαμά της έσκυψε και ίσιωσε το κασκόλ.

— «Ξέρεις», της είπε σιγανά, «το νήμα απ’ αυτό το κασκόλ δεν είναι συνηθισμένο. Κάποτε έφτασε σε μένα από ένα πολύ μακρινό μέρος… ένα χωριό που λένε πως θυμάται πάντα τι σημαίνουν τα Χριστούγεννα.»

Η Αγγελική δεν ρώτησε περισσότερα.
Δεν χρειαζόταν.

Το βράδυ, καθώς αποκοιμιόταν, κρατώντας το Κίτρινο κασκόλ ένιωθε ακόμα τη μέρα πάνω της — το κρύο, τα γέλια, τα χέρια που βοήθησαν, τα μάτια που χαμογέλασαν.

Και κάπου πολύ μακριά — ή ίσως και πολύ κοντά — κάποιοι λένε πως, στο Χωριό των Χριστουγέννων, ένα καμπανάκι ακούστηκε χαμηλά. Όχι γιατί έγινε θαύμα.
Αλλά γιατί ένα παιδί έμαθε πως τα Χριστούγεννα ζουν εκεί όπου υπάρχει καλοσύνη, ζεστασιά και χώρος για όλους.

Και αυτό, είναι πάντα αρκετό.

«Εκείνο το κίτρινο κασκόλ, το είδα ξανά χρόνια αργότερα. Ταξίδεψε απο χέρι σε χέρι, απο καρδιά σε καρδιά. Είχε κρατήσει το χρώμα του, τη ζεστασιά του… και κάτι ακόμη: το φως της πρώτης αγάπης.

Γιατί, ξέρετε… μπορεί να πλέκουμε δώρα με νήματα και βελόνες, μα αυτό που τα κάνει να ζωντανεύουν… είναι πάντα η καρδιά που τα χαρίζει.»

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *