Υπήρχε κάποτε ένα μικρό αστέρι. Του άρεσε πολύ να βρίσκεται στον ουρανό. Ειδικά όταν ήταν μέρα. Από την ψηλή του θέση στον ουρανό, μπορούσε να βλέπει τα πάντα λουσμένα στο φως και όλα του φαίνονταν πανέμορφα. Όμως, η χαρά του δεν κράταγε πολύ. Καθώς η μέρα μίκραινε, το σκοτάδι άπληστα σκέπαζε τον κόσμο, μέχρι που το μικρό αστέρι δεν έβλεπε πια τίποτα.
Πόσο φοβόταν! Έτρεμε ολόκληρο μέχρι να ξημερώσει, νιώθοντας απροστάτευτο μέσα στην απέραντη μαυρίλα. Μια μέρα, πήρε το θάρρος να μιλήσει στον Ήλιο, το πιο λαμπερό αστέρι από όλα. Ήθελε να το ρωτήσει που πάει όταν βραδιάσει για να μπορεί και εκείνο να κάνει το ίδιο.
— «Πού κρύβεσαι όταν βραδιάζει;» τον ρώτησε δειλά.
Ο ήλιος τον κοίταξε με απορία.
— «Δεν μπορείς να έρθεις εκεί που πάω», του απάντησε.
Το μικρό αστέρι αναστέναξε.
— «Δεν μου αρέσει το σκοτάδι » είπε δειλά. «Δεν αντέχω άλλο», συνέχισε.
Ο ήλιος τον κοίταξε με μάτια γεματα κατανόηση.
— «Εσύ κι εγώ δεν είμαστε το ίδιο», του απάντησε ήσυχα. «Εγώ φωτίζω τη μέρα, αλλά εσύ… εσύ υπάρχεις για να ομορφαίνεις τη νύχτα».Το μικρό αστέρι ξαφνιάστηκε.
— «Μα εγώ δεν φωτίζω τίποτα! Όλα γύρω μου είναι μαύρα», παραπονέθηκε το αστεράκι.
Τότε ο Ήλιος του έδωσε μια συμβουλή: «Απόψε, όταν σκοτεινιάσει, κατέβα λίγο πιο χαμηλά, κοντά στη γη. Κλείσε τα μάτια σου σφιχτά και μετά άνοιξέ τα ξανά.».
— «Και μετα τι;» τον ρωτησε ανυπόμονα το μικρο αστερι.
— «Θα καταλαβεις», του απάντησε ο ήλιος.
Το μικρό αστέρι έκανε ακριβώς αυτό. Παρόλο που η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από τον φόβο, πλησίασε τις στέγες των σπιτιών. Είδε ένα παιδί να κοιτάζει μέσα από ένα τηλεσκόπιο και να χαμογελάει με θαυμασμό.
— «Τι να κοιτάζει άραγε;» αναρωτήθηκε.
Έπειτα έκλεισε τα μάτια του σφικτά. Δεν καταλάμβαινε γιατί έκανε αυτό που έκανε αλλα κάτι του έλεγε πως άξιξε την προσπάθεια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έπειτα άνοιξε τα μάτια του. Αυτό που είδε το άφησε με το στόμα ανοικτό.
Χιλιάδες μικρά διαμαντάκια φωτός διακοσμούσαν τον ουρανό!
— «Τι είναι όλα αυτά;» σκέφτηκε. Ποτέ δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Ανέβηκε πιο ψηλά και συνειδητοποίησε ότι ήταν όλα τους αστέρια, ακριβώς σαν κι εκείνο. Καθώς ανέβαινε πιο πάνω ο ουρανός γινόταν πιο λαμπερός. Κοίταξε τότε τον εαυτό του: Έλαμπε! Η δική του λάμψη έσκιζε το σκοτάδι, κάτι που το φως του Ήλιου την ημέρα τού έκρυβε πάντα.
Από εκείνη τη νύχτα, το μικρό αστέρι δεν φοβήθηκε ποτέ ξανά. Κατάλαβε πως το σκοτάδι δεν ήταν εκεί για να το τρομάζει, αλλά για να του δίνει τον χώρο να φανεί η ομορφιά του.
