Το παιδί που μάζευε «ευχαριστώ»

Ο Ανδρέας ήταν ένα συνηθισμένο παιδί, μόνο που είχε ένα ασυνήθιστο χάρισμα:
μπορούσε να βλέπει τις λέξεις που ένιωθαν οι άνθρωποι, πριν καν τις πουν.

Οι άσχημες λέξεις ήταν σκοτεινές, βαριές, καμιά φορά και τσαλακωμένες·
οι όμορφες όμως έλαμπαν με χρώματα που δεν υπήρχαν στον κόσμο των μεγάλων.

Από όλες, η αγαπημένη του ήταν το «ευχαριστώ».
Ήταν μια λέξη φωτεινή σαν χρυσό αστέρι.

Ο Ανδρέας είχε ένα μικρό πουγκί όπου μάζευε τα «ευχαριστώ» που έβλεπε να βγαίνουν από τις καρδιές των ανθρώπων.
Κάθε βράδυ άφηνε τις λέξεις ελεύθερες στο δωμάτιό του και όλος ο χώρος γέμιζε από ένα ζεστό, απαλό φως — σαν να είχαν πέσει χιλιάδες μικρά αστέρια μέσα στο σπίτι.

Μια μέρα η μητέρα του τού ζήτησε να πάει ένα γράμμα στον γείτονα, που είχε έρθει κατά λάθος στο δικό τους γραμματοκιβώτιο.
Ο Ανδρέας δεν ήθελε να πάει.
Ο γείτονας ήταν πάντα περικυκλωμένος από βαριές, σκουρόχρωμες λέξεις — λέξεις λύπης, μοναξιάς και πικρίας.
Κανείς δεν τον επισκεπτόταν, ούτε καν τα παιδιά του.
Κι εκείνος είχε ξεχάσει πώς μοιάζει ένα «ευχαριστώ».

Όταν ο Ανδρέας έφτασε στην πόρτα του, ένιωσε το πουγκί του να ζεσταίνεται μέσα στην τσέπη του.
Του ήρθε μια ιδέα.

Μόλις μπήκε στο σπίτι, άνοιξε το πουγκί και άφησε τις λέξεις να πετάξουν ελεύθερες.
Μικρά χρυσά «ευχαριστώ» φώτισαν το δωμάτιο, ανέβηκαν ψηλά, γέμισαν τις γωνιές, χόρεψαν γύρω από τον ηλικιωμένο άντρα.

Ο γείτονας έμεινε ακίνητος.
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα — όχι λύπης, αλλά ανακούφισης.

— Κανείς… κανείς δεν μου έχει πει «ευχαριστώ» εδώ και χρόνια, ψιθύρισε.

Ο Ανδρέας χαμογέλασε.
— Τα «ευχαριστώ» υπάρχουν πάντα, του είπε. Μερικές φορές απλώς χρειάζονται κάποιον να τα θυμηθεί.

Εκείνη τη μέρα, ο ηλικιωμένος γείτονας ένιωσε για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ότι είχε αξία.
Και ο Ανδρέας κατάλαβε κάτι σημαντικό:

Μερικές φορές, ένα “ευχαριστώ” είναι αρκετό για να φωτίσει έναν ολόκληρο κόσμο.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *