Ο Ρόυ και η Πύρινη Ανάσα

Στο χωριό των δράκων ζούσε ο Ρόυ, ένας μικρός κόκκινος δράκος που όμως έβγαζε την πιο μεγάλη φωτιά από όλους. Ειδικά όταν θύμωνε —κάτι που συνέβαινε πολύ συχνά— η φλόγα του γινόταν τεράστια. Γι’ αυτό και στο χωριό τον φώναζαν “Ρόυ ο Θυμωριάρης”.

Αλλά τον Ρόυ δεν τον ένοιαζε καθόλου. “Ζηλεύουν” σκεφτόταν με καμάρι. Πίστευε πως η φωτιά του ήταν η δύναμή του, πιο δυνατή ακόμα και από του Λούη, του μεγαλύτερου δράκου στο χωριό. Και ήταν αλήθεια: όταν ο θυμός τον κυρίευε, η ανάσα του έκαιγε τα πάντα. Όμως, επειδή η σπηλιά του ήταν στην άκρη του χωριού, μακριά από τους άλλους, ποτέ δεν είχε κάψει κάτι που να έχει πραγματική αξία.

Η φωλιά του Ρόυ ήταν ο δικός του μικρός παράδεισος. Την είχε γεμίσει με “θησαυρούς” που πετούσαν οι άνθρωποι έξω από την πόλη τους. Το πιο αγαπημένο του πράγμα από όλα ήταν ένα ξύλινο αλογάκι που κουνιόταν πέρα δώθε. Πολλές φορές, όταν πετούσε ψηλά, ο Ρόυ έβλεπε τους ανθρώπους να καβαλάνε αληθινά άλογα. Του φαίνονταν τόσο όμορφα!

Φανταζόταν πως ήταν κι εκείνος ένας γενναίος ιππότης που προστάτευε την πόλη. Ο Ρόυ γέλασε με τον εαυτό του· ήξερε πως, παρόλο που ήταν μικρός για δράκος, ήταν πολύ μεγάλος για να ανέβει πάνω σε ένα ξύλινο αλογάκι. Έτσι, το κουνούσε απαλά με το δάχτυλό του, το κοιτούσε να πηγαίνει εμπρός-πίσω και άφηνε τη φαντασία του να τρέξει σε κόσμους μαγικούς.

Μια μέρα, ο Ρόυ επέστρεψε στη σπηλιά του μετά το μεσημεριανό φαγητό. Ήθελε να ξεκουραστεί. Όπως έκανε πάντα, πλησίασε το μουσικό κουτάκι που είχε βρει κάποτε στα σκουπίδια ενός κοριτσιού. Κάθισε αναπαυτικά, το κούρδισε προσεκτικά και αφέθηκε στον γλυκό του ήχο. “Τι όμορφη μουσική”, σκέφτηκε. “Αυτοί οι άνθρωποι φτιάχνουν στ’ αλήθεια υπέροχα πράγματα”.

Ενώ η μουσική έπαιζε, κούνησε με το δάχτυλό του το ξύλινο αλογάκι. Το κοίταζε να πηγαίνει πέρα-δώθε, στον ρυθμό της μελωδίας. Ξαφνικά, η μουσική σταμάτησε.
“Τι έγινε;” μουρμούρισε ο Ρόυ. Πήρε το κουτάκι στα χέρια του και το ξανακούρδισε. Έπαιξε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά… σιωπή. Το κούνησε με δύναμη. “Τι έπαθες τώρα;”.

Η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά, σαν τύμπανο. Το μουσικό κουτί παρέμενε βουβό, και το ξύλινο αλογάκι έστεκε ακίνητο, σαν να είχε χάσει κι αυτό τη ζωή του. Ο Ρόυ σηκώθηκε όρθιος. Ένιωσε το σώμα του να ζεσταίνεται επικίνδυνα, το πρόσωπό του να καίει και το στήθος του να γεμίζει με μια πύρινη ορμή. Πριν προλάβει να το σκεφτεί, άνοιξε το στόμα του και άφησε μια τεράστια, ανεξέλεγκτη φλόγα να βγει έξω.

Όταν η φωτιά έσβησε, ο Ρόυ γύρισε προς το μέρος που βρισκόταν το αλογάκι. Το σώμα του πάγωσε. Το αλογάκι δεν ήταν πια εκεί. Στη θέση του υπήρχε μόνο μια χούφτα μαύρη στάχτη.

Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του. “Δεν θα γίνω ποτέ ιππότης πια…” ψιθύρισε τρέμοντας. Ήταν τόσο περήφανος για τη δυνατή του φωτιά, κι όμως, μέσα σε μια στιγμή, είχε καταστρέψει τον πολυτιμότερο θησαυρό του. Ένιωθε λυπημένος, θυμωμένος με τον εαυτό του, και μια βαριά ενοχή φώλιασε στην καρδιά του.

“Θα μπορούσα να το είχα εμποδίσει”, σκέφτηκε με αναφιλητά. “Αν ήξερα πώς να ελέγξω τη φωτιά μου, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί Δεν θα ξαναφυσύξω φωτιά μέχρι να μάθω να την ελέγχω”.

Ο Ρόυ κοίταξε γύρω του. Είχε μαζέψει τόσα όμορφα πράγματα και δεν ήθελε να καταστρέψει ποτέ ξανά τίποτα πολύτιμο. Πήρε μια μεγάλη απόφαση: θα πήγαινε να συναντήσει τον Σοφό Δράκο Βερόνη στην Ψηλή Κορυφή. Οι φήμες έλεγαν πως κανείς δράκος δεν μπορούσε να φτάσει εκεί πάνω, παρά μόνο όσοι αναζητούσαν την αληθινή γνώση.

Ο Ρόυ ξεκίνησε το ταξίδι του. Πέταξε πάνω από την πόλη των ανθρώπων και είδε τα άλογα να τρέχουν ελεύθερα. Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται από τη λύπη για το χαμένο του αλογάκι, αλλά αυτό του έδωσε περισσότερη αποφασιστικότητα. Όταν έφτασε στην είσοδο της σπηλιάς του Βερόνη, χαμογέλασε γεμάτος αυτοπεποίθηση. “Αυτό ήταν όλο;” αναρωτήθηκε.

Όμως, καθώς προσπάθησε να πετάξει μέσα, κάτι αόρατο τον έσπρωξε με δύναμη προς τα πίσω. Ξαναδοκίμασε. Τίποτα! Όσο περισσότερο πίεζε, τόσο πιο δυνατά τον απωθούσε εκείνο το αόρατο τείχος. Ο Ρόυ άρχισε να σφίγγει τις γροθιές του. Η αναπνοή του έγινε γρήγορη και βαριά. Άρχισε να χτυπά το αόρατο πεδίο με μανία και στο τέλος βρυχήθηκε, βγάζοντας μια τεράστια φλόγα.

Η δύναμη της ίδιας του της φωτιάς τον πέταξε μακριά. Έπεσε στο έδαφος και ένιωσε ντροπή. Είχε υποσχεθεί πως δεν θα ξαναφυσούσε φωτιά μέχρι να μάθει να την ελέγχει.

Τότε, μια βαθιά φωνή ακούστηκε μέσα από τη σπηλιά:                                          
— “Ποιος τολμά να επιτεθεί στο σπίτι μου;”
— “Είμαι ο Ρόυ!” απάντησε γρήγορα. “Ψάχνω τον Σοφό Βερόνη. Χρειάζομαι βοήθεια για να μάθω να ελέγχω τη φωτιά μου!”
— “Είσαι σίγουρος πως είναι η φωτιά σου το πρόβλημα ή μήπως κάτι άλλο;” ρώτησε η φωνή.

Ο Ρόυ μπερδεύτηκε. “Ναι, η φωτιά μου! Είναι πολύ δυνατή και καταστρέφει όσα αγαπώ. Ειδικά όταν θυμώνω, τότε γίνεται χειρότ…”
Ο Ρόυ σταμάτησε απότομα. Η σκέψη του πάγωσε. Δεν ήταν η φωτιά το πρόβλημα. Ήταν ο θυμός του. Το αόρατο τείχος δεν τον εμπόδιζε επειδή ήταν δράκος, αλλά επειδή ήταν θυμωμένος.

Ο Βερόνης βγήκε από τη σπηλιά. Δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο δράκο. Τα λέπια του ήταν γαλάζια σαν τον πάγο και η ανάσα του δεν έβγαζε καπνό, αλλά μια δροσερή αύρα.

— “Για να περάσεις το αόρατο τείχος, Ρόυ, πρέπει να γίνεις πιο ήρεμος από τον αέρα”, είπε ο Βερόνης. “Δες αυτό το φτερό.”

Ο Σοφός Δράκος άφησε ένα μικρό, λευκό πούπουλο να πέσει στο έδαφος.
— “Η δοκιμασία σου είναι αυτή: Πρέπει να μεταφέρεις αυτό το πούπουλο μέχρι το βάθος της σπηλιάς μου χρησιμοποιώντας μόνο την ανάσα σου. Αν θυμώσεις, η ανάσα σου θα γίνει ζεστή και το πούπουλο θα καεί. Αν βιαστείς, το πούπουλο θα πετάξει μακριά. Πρέπει να φυσάς τόσο απαλά και σταθερά, σαν να νανουρίζεις ένα μωρό.”

Ο Ρόυ ένιωσε αμέσως τον θυμό να τον γαργαλάει. “Μα είναι αδύνατον!” σκέφτηκε και οι γροθιές του έσφιξαν. Αμέσως, το πούπουλο άρχισε να κιτρινίζει από τη ζέστη που έβγαινε από τα ρουθούνια του.

— “Σταμάτα”, είπε ο Βερόνης. “Κλείσε τα μάτια. Φαντάσου ότι η καρδιά σου είναι μια γαλάζια λίμνη. Κάθε φορά που νιώθεις τη φωτιά να ανεβαίνει, πάρε μια βαθιά ανάσα, μέτρα μέχρι το πέντε και άφησε τον αέρα να βγει αργά, σαν να θέλεις να δροσίσεις τη λίμνη σου.”

Ο Ρόυ δοκίμασε. Μια, δύο, δέκα φορές. Στην αρχή απέτυχε. Αλλά δεν τα παράτησε. Άρχισε να καταλαβαίνει ότι η δύναμη δεν είναι στο να φυσάς δυνατά, αλλά στο να ελέγχεις πόσο απαλά φυσάς.

Μετά από πολλή ώρα, το πούπουλο άρχισε να κινείται αργά πάνω στο έδαφος, ακολουθώντας την απαλή, δροσερή ανάσα του Ρόυ. Το αόρατο τείχος άρχισε να υποχωρεί, γιατί ο Ρόυ δεν προσπαθούσε πια να το σπάσει με τη βία. Το περνούσε με την ηρεμία του.

Όταν το πούπουλο έφτασε επιτέλους στο βάθος της σπηλιάς, το αόρατο τείχος είχε εξαφανιστεί τελείως. Ο Ρόυ ένιωθε μια πρωτόγνωρη γαλήνη, σαν η φωτιά μέσα του να είχε γίνει ένα ήρεμο, ζεστό φως.

Ο Βερόνης χαμογέλασε και άπλωσε το μεγάλο του χέρι. Μέσα στην παλάμη του υπήρχε μια μικρή, λεία γαλάζια πέτρα, που έμοιαζε σαν να είχε κλεισμένο μέσα της ένα κομμάτι ουρανού.

— “Πάρ’ την, Ρόυ”, είπε ο Σοφός Δράκος. “Αυτή είναι η Πέτρα της Ηρεμίας. Κάθε φορά που νιώθεις τη φωτιά του θυμού να ανεβαίνει στον λαιμό σου, κλείσε την σφιχτά στη γροθιά σου. Νιώσε πόσο κρύα και σταθερή είναι. Τότε, πάρε μια βαθιά ανάσα και μέτρα αργά μέχρι το δέκα. Με κάθε αριθμό, φαντάσου ότι η πέτρα ρουφάει τη ζέστη από το σώμα σου και σου δίνει τη δροσιά της.”

Ο Ρόυ πήρε την πέτρα και την ένιωσε να φωλιάζει στην παλάμη του. Ήταν το πιο όμορφο δώρο που είχε λάβει ποτέ.

Επιστρέφοντας στο χωριό, ο Ρόυ δεν ήταν πια ο “Θυμωριάρης”. Φυσικά, υπήρχαν στιγμές που ένιωθε τον θυμό να επιστρέφει — όπως όταν έχανε σε ένα παιχνίδι ή όταν κάτι δεν του πήγαινε καλά. Αλλά τότε, έπιανε τη γαλάζια πέτρα στην τσέπη του, έκλεινε τα μάτια και μετρούσε: ένα… δύο… τρία…

Μέχρι να φτάσει στο δέκα, η φωτιά έσβηνε. Με τον καιρό, ο Ρόυ έφτιαξε ένα νέο αλογάκι, αυτή τη φορά από πέτρα, για να μην καεί ποτέ. Και παρόλο που η φωτιά του παρέμενε η πιο δυνατή στο χωριό, όλοι ήξεραν πως ο Ρόυ ήταν πια ένας αληθινός ιππότης: ο ιππότης που είχε νικήσει τον πιο δύσκολο εχθρό — τον ίδιο του τον θυμό.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *