Αυτή είναι η ιστορία του Τσάρλι, του πιο μικρού και γενναίου φίλου που γνώρισα ποτέ στο χωριό των Χριστουγέννων. Τον θυμάμαι ακόμη με το καφέ του τρίχωμα γεμάτο χιόνι, την ουρά του να κουνιέται πέρα δώθε και μάτια ολοφώτεινα σαν δυο μικρές φλόγες που δεν έσβηναν ποτέ. Μάτια που κουβαλούσαν μέσα τους μια υπόσχεση. Εκείνη τη χρονιά, τα Χριστούγεννα κινδύνεψαν στ’ αλήθεια να χαθούν.
Το χωριό ήταν έτοιμο να υποδεχθεί τις γιορτές. Οι βιτρίνες των μαγαζιών ήταν στολισμένες και οι λάμπες στους δρόμους μόλις είχαν ανάψει. Οι άνθρωποι, στα σπίτια τους, ντυμένοι στα γιορτινά, τραγουδούσαν κάλαντα και τύλιγαν δώρα. Η μυρωδιά των ψημένων εδεσμάτων ταξίδευε μέχρι τις αυλές.
Στην πλατεία, στο πιο κεντρικό σημείο, στεκόταν περήφανα ένα μεγάλο έλατο, στολισμένο με κάθε λογής στολίδια και ένα αστέρι στην κορυφή που έμοιαζε λες και μπορούσε να φωτίσει την πιο σκοτεινή νύχτα. Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα, σκεπάζοντας τις στέγες και τα φώτα του χωριού.
Κανείς δεν πρόσεξε αυτό το μικρό καφετί σκυλάκι που γυρνούσε τις τελευταίες μέρες στα σοκάκια ψάχνοντας λίγη ζεστασιά. Ήταν ο Τσάρλι. Είχε συνηθίσει να κουρνιάζει κάτω από ένα παγκάκι μπροστά από το ταχυδρομείο. Το χιόνι στοιβαζόταν σιγά-σιγά, και ο Τσάρλι δεν μπορούσε πια να αναζητήσει φαγητό.
«Θα προσπαθήσω αύριο…» σκέφτηκε κλείνοντας τα μάτια.
Τα βήματα ενός μικρού παιδιού τον ξύπνησαν. Ο Τσάρλι παρακολουθούσε το αγόρι που τον πλησίαζε.
— Γεια! είπε με ενθουσιασμό, σταματώντας ακριβώς μπροστά του. Είμαι ο Νικόλας. Εσένα πώς σε λένε;
Ο Τσάρλι έγειρε το κεφάλι πλάγια. Τον είχαν φωνάξει με πολλά ονόματα στη ζωή του — κι όμως, τα περισσότερα δεν ήταν όμορφα.
— Άσε με να μαντέψω, είπε ο Νικόλας. Ρεξ; Ρόκι; Μαξ;
Ο Τσάρλι τον κοίταζε χωρίς να αντιδρά.
— Μήπως… Τσάρλι; ρώτησε διστακτικά. Μοιάζεις για Τσάρλι!
Ο Τσάρλι πετάχτηκε όρθιος και γάβγισε.
— Γεια σου, Τσάρλι! είπε γελώντας.
Είχε πολλά χρόνια να ακούσει το όνομά του. Το άκουσε τώρα — και η χαρά τον πλημμύρισε.
Ο Τσάρλι άρχισε να μυρίζει την τσάντα του Νικόλα.
— Πεινάς; ρώτησε το παιδί χαμογελώντας.
Έβγαλε ένα κομμάτι ψωμί και του το έδωσε.
— Θα πω στη μαμά μου πως το έφαγα εγώ.
Ο Τσάρλι γάβγισε σαν ευχαριστώ και άρχισε να τρώει. Το κρύο έγινε πιο τσουχτερό∙ ένας δυνατός άνεμος σηκώθηκε. Και ο Νικόλας και ο Τσάρλι ένιωσαν την απότομη αλλαγή.
— Θες να έρθεις μαζί μου; ρώτησε ο Νικόλας.
Ο Τσάρλι γάβγισε και τινάχτηκε πάνω του ενθουσιασμένος.
Προχωρούσαν γρήγορα. Ο ουρανός είχε αρχίσει να θολώνει.
— Πρέπει να βιαστούμε, Τσάρλι! φώναξε ο Νικόλας.
Ο Τσάρλι σήκωσε το κεφάλι και μύρισε τον αέρα.
Πλησιάζει χιονοθύελλα, σκέφτηκε.
Κάποια μέτρα πιο πέρα φαινόταν ένα σπίτι. Από την καμινάδα έβγαινε καπνός.
— Τρέχα, Τσάρλι! φώναξε ο Νικόλας.
Ο Τσάρλι έτρεξε, αλλά ξαφνικά σταμάτησε. Τέντωσε τα αυτιά του. Ήταν ένας μεταλλικός ήχος — τόσο λεπτός που μόνο εκείνος μπορούσε να τον ακούσει. Ένα καμπανάκι. Από πολύ, πολύ μακριά. Με έναν ήχο γεμάτο παράξενη βιασύνη.
Ο Τσάρλι, αποφασισμένος, άρχισε να το ακολουθεί.
— Τσάρλι, πού πας; φώναξε ο Νικόλας, τρέχοντας από πίσω.
Το χιόνι κάλυπτε τα πάντα, μα ο Τσάρλι συνέχιζε. Το κουδούνισμα τον οδηγούσε. Ο Νικόλας σταμάτησε να ρωτά. Απλώς τον ακολουθούσε.
Βαθιά μέσα στο δάσος, ανάμεσα στα πεύκα, είδαν μια λάμψη — ένα έλκυθρο μισοσκεπασμένο από χιόνι και τάρανδους που πάλευαν να σταθούν. Δίπλα τους, ο Άγιος Βασίλης κρατούσε ένα καμπανάκι.
Ο Νικόλας έμεινε άφωνος. Ο Τσάρλι άρχισε να σκάβει γύρω από τους τάρανδους.
— Χο, χο, χο! είπε ο Άγιος Βασίλης. Μάλλον δε θα χρειαστούμε τα ξωτικά απόψε. Τι λες, Νικόλα; Θα τα καταφέρουμε;
Ο Νικόλας έγνεψε. Μαζί με τον Τσάρλι και τον Άγιο Βασίλη, κατάφεραν να απεγκλωβίσουν το έλκηθρο.
Ο Άγιος Βασίλης ανέβηκε και ένευσε στον Νικόλα να κάνει το ίδιο. Το παιδί κοίταξε πότε τον Αγιο Βασίλη, πότε τον Τσάρλι.
Ο Άγιος Βασίλης χαμογέλασε.
— Χο χο χο… Κάποιος πρέπει να μας δείξει τον δρόμο. Τι λες, Τσάρλι;
Ο Τσάρλι γάβγισε και άρχισε να τρέχει αφήνοντας πατημασιές στο χιόνι. Ο άνεμος κόπασε καθώς ο Τσάρλι τους οδηγούσε πίσω στο χωριό.
Το έλκυθρο σταμάτησε έξω απο το σπίτι του Νικόλα. Ο Αγιος Βασίλης κοίταξε τον Νικόλα και τον Τσάρλι και χαμογέλασε.
— Έχουμε πολλά σπίτια να προλάβουμε…
Ο Νικόλας τον αγκάλιασε σφιχτά.
— Καλά Χριστούγεννα, Άγιε Βασίλη!
Ο Τσάρλι ακούμπησε τη μουσούδα του στο χέρι του.
— Χωρίς εσένα δεν θα τα καταφέρναμε Τσάρλι είπε ο Άγιος Βασίλης.
Μια απαλή λάμψη τους τύλιξε καθώς το έλκηθρο σηκώθηκε στον ουρανό. Το καμπανάκι ήχησε γλυκά, σαν αποχαιρετισμός.
Το επόμενο πρωί, ο Νικόλας πετάχτηκε από το κρεβάτι πριν καλά-καλά ανατείλει ο ήλιος. Έτρεξε στο σαλόνι — και χαμογέλασε.
Ο Τσάρλι ήταν εκεί. Κουρνιασμένος δίπλα στο τζάκι. Μόλις τον είδε, κούνησε την ουρά του όλο χαρά.
Κάτω από το δέντρο υπήρχαν δώρα. Πολλά δώρα. Μα δύο ξεχώριζαν.
Ο Νικόλας άνοιξε το δικό του. Ήταν μια κονκάρδα με μεγάλα, κόκκινα γράμματα:
Ο Καλύτερος Βοηθός του Άγιου Βασίλη
Ο Τσάρλι πλησίασε το δικό του κουτί. Ο Νικόλας το άνοιξε και μέσα υπήρχε ένα κόκκινο κολάρο με μια χρυσή πλακέτα:
Τσάρλι
— Είναι το όνομά σου. Το όνομά σου, Τσάρλι… είπε ο Νικόλας, συγκινημένος.
Οι γονείς του Νικόλα ακόμη με τις πυτζάμες πλησίασαν χαμογελώντας.
Η μαμά γονάτισε.
— Σε ευχαριστούμε που έσωσες τα Χριστούγεννά όλων μας, Τσάρλι.
Ο μπαμπάς γέλασε ζεστά.
— Τώρα είσαι ο δικός μας Τσάρλι.
Ο Τσάρλι άφησε ένα χαρούμενο γάβγισμα και χώθηκε στην αγκαλιά του Νικόλα. Έξω, το χιόνι έπεφτε απαλά — σαν να χαιρόταν κι αυτό για το μικρό θαύμα της νύχτας.
Το επόμενο πρωί, καθώς άφηνα τα τελευταία δώρα στο χωριό, στάθηκα μπροστά στο σπίτι τους. Ο Τσάρλι κοιμόταν δίπλα στο τζάκι, ζεστός και ήσυχος. Είχε βρει το δικό του σπίτι — και εγώ, τη δική μου ιστορία να διηγηθώ.
Μερικές φορές, οι ήρωες φορούν μπότες.
Άλλες φορές… έχουν τέσσερα πόδια και μια καρδιά που λάμπει πιο δυνατά κι από το Άστρο του Βορρά.
Ο Τσάρλι μού έμαθε πως τα Χριστούγεννα δεν τα σώζουν τα δώρα — τα σώζουν εκείνοι που δεν σταματούν να ελπίζουν.
