“Αυτή είναι η ιστορία του Έλιοτ — του ξωτικού που μεγάλωνε λίγο κάθε χρόνο. Όχι γιατί έτρωγε πολλά μπισκότα ή γιατί δούλευε ακούραστα στο εργαστήρι μας, αλλά γιατί η καρδιά του ήταν πιο μεγάλη απ’ όλους μας μαζί.”
Εκεί, στο Βόρειο Πόλο, το εργαστήρι του Άγιου Βασίλη βούιζε δυνατά — όπως κάθε Δεκέμβρη. Κορδέλες, χρυσόσκονες, κουτιά και χαρτιά περιτυλίγματος καταλάμβαναν κάθε πάγκο εργασίας. Τα ξωτικά δούλευαν ακούραστα, το καθένα συγκεντρωμένο στο δικό του καθήκον: άλλα κουβαλούσαν δώρα, άλλα τύλιγαν κουτιά, και άλλα ρύθμιζαν τα μαγικά παιχνίδια.
Ανάμεσά τους και ο Έλιοτ.
Μικροκαμωμένος παλιά — τώρα πιο ψηλός από τους άλλους — σήκωνε προσεκτικά τα κουτιά και τα τοποθετούσε στη σειρά για το μεγάλο ταξίδι της παραμονής.
Τα υπόλοιπα ξωτικά του έριχναν κρυφές ματιές.
— «Πάλι ψήλωσε ο Έλιοτ…» ψιθύρισε ένα ξωτικό.
— «Σε λίγο δε θα τον χωρά το εργαστήρι!» απάντησε ένα άλλο.
Τα ξωτικά ξέσπασαν σε γέλια. Ο Έλιοτ τους άκουσε και χαμογέλασε ντροπαλά.
«Δεν το κάνουν απο κακία» σκέφτηκε.
Ο Έλιοτ κοίταξε την αντανάκλαση του στο παράθυρο.Απλώς κανείς δεν καταλάβαινε γιατί το σώμα του μεγάλωνε κάθε χρόνο.
Ή μάλλον… σχεδόν κανείς.
Εκείνο το βράδυ το εργαστήρι ήταν βυθισμένο στην ησυχία. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο σταθερός χτύπος ενός ρολογιού.
Έξω, το βόρειο σέλας έλουζε τον ουρανό με πράσινες και χρυσές ανταύγειες. Λίγα μέτρα πιο κάτω βρισκόταν το σπίτι του Άγιου Βασίλη. Τα πολύχρωμα λαμπάκια φώτιζαν το ταπεινό σπιτάκι και η καμινάδα κάπνιζε απαλά.
Ο Άγιος Βασίλης καθόταν στο σαλόνι και διάβαζε ένα γράμμα. Δίπλα του είχε μια στοίβα από δεκάδες ακόμη.
— «Πλησίασε, παιδί μου…» είπε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του.
Ο Έλιοτ στεκόταν στη γωνιά διστακτικά. Πλησίασε και κάθισε δίπλα του. Οι σοφές, πράες ματιές του Άγιου Βασίλη έκαναν τον Έλιοτ να νιώσει ασφάλεια.
— «Αυτή την ώρα τα ξωτικά κοιμούνται», είπε ο Άγιος Βασίλης.
— «Μα όταν κοιμάμαι… μεγαλώνω», απάντησε ο Έλιοτ με στεναγμό.
— «Και δεν σου αρέσει αυτό;»
— «Παλιά ναι. Τώρα… όχι. Δεν με χωρά ούτε το έλκηθρο.»
Ο Άγιος Βασίλης γέλασε ζεστά.
—«Ξέρεις, Έλιοτ», του είπε ήρεμα ο Άγιος Βασίλης
«μερικοί μεγαλώνουν απ’ τη δουλειά, άλλοι απ’ τη σοφία… κι εσύ… απο εδω συνέχισε δείχνοντας την καρδιά του Έλιοτ.
— «Η καρδιά σου δε χωράει στο μέγεθος ενός ξωτικού, αυτό είναι όλο».
— «Ώστε έτσι είπε ο Έλιοτ» και έπειτα χαμήλωσε το βλέμμα. «Μα τι θα την κάνω τόση καρδιά;» σκέφτηκε. «Στ άλήθεια χρειάζεται;»
—«Χρειάζεται πάντα», αποκρίθηκε ο Άγιος Βασίλης.
Ο Έλιοτ σήκωσε το κεφάλι ξαφνιασμένος. Μπορούσε ο Άγιος Βασίλης να διαβάσει τις σκέψεις του;
Ο Άγιος Βασίλης του ακούμπησε τον ώμο.
—«Θα το δεις.» του είπε χαμογελώντας.
Την επόμενη μέρα, λίγο πριν ξεκινήσει η μεγάλη νύχτα, έφτασε ένα γράμμα καθυστερημένο. Ένας μικρός φάκελος, με τρεμάμενα γράμματα και ένα μόνο μήνυμα:
Αγαπητέ Άγιε Βασίλη, Ελπίζω να είσαι καλά. Φέτος δεν θέλω δώρο. Δεν μπορώ να βγω από το σπίτι. Τα πάντα είναι μακριά. Το μόνο που σου ζητώ είναι να δω τα Χριστούγεννα από κοντά.
— Μαργαρίτα
— «Ποια είναι η Μαργαρίτα;» ρώτησε ο Έλιοτ.
— «Ένα κορίτσι από το Χωριό των Χριστουγέννων», είπε ο Άγιος Βασίλης. «Είναι άρρωστη εδώ και καιρό. Οι γιατροί της είπαν να μένει μέσα. Κάθεται στο περβάζι και κοιτάζει έξω με λαχτάρα…»
Ο Έλιοτ πλημμύρισε λύπη.
— «Το γράμμα ήρθε αργά», συνέχισε ο Άγιος Βασίλης. «Το έλκηθρο ετοιμάζεται. Δεν προλαβαίνουμε να πάμε ως εκεί.»
Ο Έλιοτ κοίταξε έξω. Ο άνεμος δυνάμωνε. Το χιόνι άρχισε να πέφτει βαρύ.
— «Θα πάω εγώ», είπε αποφασισμένος.
— «Μόνος σου; Είναι μακριά.»
Ο Έλιοτ έγνεψε. Ο Άγιος Βασίλης χαμογέλασε περήφανα.
Λίγη ώρα αργότερα, ο Έλιοτ ήταν έτοιμος. Στο τραπεζάκι τον περίμενε μια μικρή λάμπα και ένα σακουλάκι με καραμέλες. Κάτω από τη λάμπα υπήρχε ένα σημείωμα:
Για να σου φωτίζει το δρόμο στο σκοτάδι. Και οι καραμέλες… για να τις μοιραστείς. Α.Β.
Ο Έλιοτ συγκινήθηκε. Ο Άγιος Βασίλης πάντα ήξερε τι χρειαζόταν.
Η χιονοθύελλα τον τύλιξε σαν πέπλο. Κρατούσε τη λάμπα που έλαμπε δυνατά και τις καραμέλες στην τσέπη του παλτού του. Βούλιαζε στο χιόνι, μα δεν σταματούσε. Η σκέψη της Μαργαρίτας τον οδηγούσε.
«Θα σου φέρω τα Χριστούγεννα» σκέφτηκε και προχωρούσε με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα
Στο βάθος φάνηκε το μικρό σπίτι, με το αμυδρά φωτισμένο παράθυρο. Η Μαργαρίτα καθόταν στο περβάζι, τυλιγμένη σε μια κουβέρτα. Τα μάτια της κουρασμένα, αλλά σ΄άυτά μπορούσες να διακρίνεις μια σπίθα. Μόλις τον είδε να πλησιάζει, έτρεξε και του άνοιξε την πόρτα.
— «Γεια σου, Μαργαρίτα. Είμαι ο Έλιοτ.»
Τα μάτια της άστραψαν.
— «Μα… εσύ είσαι αληθινός!»
Ο Έλιοτ της έδειξε το γράμμα.
— «Έφτασε στον προορισμό του», της είπε.
Η Μαργαρίτα τον κάλεσε μέσα. Τον κέρασε γάλα και μπισκότα και δοκίμασε μια από τις καραμέλες που της έδωσε.
— «Είσαι πιο μεγάλος απ’ όσο φανταζόμουν! Πρέπει να κουβαλάς πολλά δώρα για τον Άγιο Βασίλη!»
Ο Έλιοτ γέλασε δυνατά — ένα γέλιο που είχε καιρό να ακουστεί.
— «Λοιπόν, Μαργαρίτα… ήθελες να δεις τα Χριστούγεννα, σωστά;»
Η Μαργαρίτα έγνεψε. Ο Έλιοτ έβγαλε από το σακίδιό του μια χριστουγεννιάτικη χιονόμπαλα. Την κούνησε και άρχισε να χιονίζει. Έπειτα την τοποθέτησε ανάμεσά τους. Μια χιονονιφάδα έπεσε στο χέρι της Μαργαρίτας. Η Μαργαρίτα ξαφνιάστηκε. Ύστερα κι άλλη. Και άλλη. Κοίταξε πάνω.
Χιόνιζε μέσα στο δωμάτιο — μα δεν έκανε κρύο.
Και τότε… το δωμάτιο άλλαξε. Ήταν σαν να είχαν μεταφερθεί μέσα στη χιονόμπαλα.
Η πλατεία του χωριού απλωνόταν μπροστά της, με ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο στη μέση. Μύριζε μήλο και κανέλα. Παιδιά έφτιαχναν χιονάνθρωπους. Χορωδίες τραγουδούσαν τα κάλαντα.
Η Μαργαρίτα άνοιξε τα χέρια της και άρχισε να στριφογυρίζει γελώντας.
Έφτιαξε αγγέλους στο χιόνι. Κάλεσε τον Έλιοτ να κάνει το ίδιο. Γελούσαν σαν παλιοί φίλοι.
— «Αυτά είναι τα καλύτερα Χριστούγεννα που είχα ποτέ!»
είπε λαμπερή.
— «Και για μένα», της απάντησε ο Έλιοτ.
Το πρωί, οι κάτοικοι είπαν πως είδαν ένα φως να πέφτει από τον ουρανό. Κανείς δεν ήξερε τι ήταν. Μόνο η Μαργαρίτα θυμόταν. Ποτέ δεν ξέχασε το μικρό θαύμα του Έλιοτ.
Κι όταν ο Άγιος Βασίλης επέστρεψε στο εργαστήρι, βρήκε τον Έλιοτ να κοιμάται στον πάγκο του — λίγο πιο ψηλό απ’ ό,τι τον άφησε.
«Έτσι έμαθα κι εγώ», είπε, «πως όταν αγαπάς χωρίς μέτρο, δεν υπάρχει όριο στο πόσο μπορείς να μεγαλώσεις. Γιατί κάθε πράξη καλοσύνης, όσο μικρή κι αν μοιάζει, κάνει την καρδιά μας να χωράει λίγο περισσότερο απ’ τον κόσμο.»
